αντιφασις

αντιφασις
    ἀντίφασις
    ἀντί-φᾰσις
    -εως ἥ лог. противоречие Sext.
    

ἔστω ἀ. τοῦτο, κατάφασις καὴ ἀπόφασις αἱ ἀντικείμεναι Arst. — противоречие возникает там, где утверждение и отрицание противополагаются друг другу


Древнегреческо-русский словарь - М.: ГИИНС. . 1958.

Смотреть что такое "αντιφασις" в других словарях:

  • ἀντίφασις — contradiction fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιφάσει — ἀντίφασις contradiction fem nom/voc/acc dual (attic epic) ἀντιφάσεϊ , ἀντίφασις contradiction fem dat sg (epic) ἀντίφασις contradiction fem dat sg (attic ionic) ἀντιφά̱σει , ἀντίφημι say no aor subj act 3rd sg (epic doric) ἀντιφά̱σει , ἀντίφημι… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιφάσεις — ἀντίφασις contradiction fem nom/voc pl (attic epic) ἀντίφασις contradiction fem nom/acc pl (attic) ἀντιφά̱σεις , ἀντίφημι say no aor subj act 2nd sg (epic doric) ἀντιφά̱σεις , ἀντίφημι say no fut ind act 2nd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιφάσεσι — ἀντίφασις contradiction fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιφάσεσιν — ἀντίφασις contradiction fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντίφασιν — ἀντίφασις contradiction fem acc sg ἀντίφᾱσιν , ἀντίφημι say no pres ind act 3rd pl ἀντίφᾱσιν , ἀντίφημι say no pres ind act 3rd sg (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ПРОТИВОРЕЧИЕ — два высказывания, из которых одно является отрицанием другого. Напр.: «Латунь химический элемент» и «Латунь не является химическим элементом», «2 простое число» и «2 не является простым числом». В одном из противоречащих высказываний что то… …   Философская энциклопедия

  • αντίφαση — Σχέση ανάμεσα σε δύο καταστάσεις, δύο γεγονότα ή δύο κρίσεις, κατά την οποία αν αληθεύει ότι Α είναι Β, δεν μπορεί συγχρόνως να αληθεύει και ότι Α δεν είναι Β. Η αρχή της α., μαζί με την αρχή της ταυτότητας και την αρχή του αποκλεισμού του τρίτου …   Dictionary of Greek

  • ἀντιφάσεων — ἀντιφάσεω̆ν , ἀντίφασις contradiction fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀντιφάσεως — ἀντιφάσεω̆ς , ἀντίφασις contradiction fem gen sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»